Άρθρα Αποστόλου Γιώργου, Άρθρα για την εκπαίδευση, Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων

Πρακτικές διοίκησης επιχειρήσεων και η εφαρμογή τους στις εκπαιδευτικές μονάδες

Στο παρόν άρθρο  περιγράφονται κάποια διοικητικά μοντέλα που θα μπορούσαν, με τις κατάλληλες μετατροπές, να περάσουν, από τις επιχειρήσεις, στην εκπαίδευση.

Οι εκπαιδευτικές μονάδες ως οργανισμοί

Σε οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, πρωταρχικό ρόλο παίζει η οργάνωση, άλλα τι είναι η οργάνωση;

Κάθε προσπάθεια που πραγματοποιείται από τον άνθρωπο, προσβλέπει σε κάποιον σκοπό. Για να φέρουμε τα αποτελέσματα που επιθυμούμε από μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, θα πρέπει να συνδυάσουμε τους παραγωγικούς συντελεστές που είναι: τα κεφάλαια, τα υλικά αγαθά και η εργασία που προέρχεται από  το ανθρώπινο δυναμικό. Από μόνοι τους οι παραπάνω συντελεστές δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κάποια αποδοτική κατάληξη της προσπάθειας. Ο καταλύτης για τον συνδυασμό των παραγωγικών συντελεστών με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλήξει η προσπάθειά μας στα επιδιωκόμενα αποτελέσματα είναι η οργάνωση.

Τη έννοια της οργάνωσης δεν την συναντάμε μόνο με την παραπάνω μορφή, ως μια από τις βασικότερες λειτουργίες της διοίκησης, αλλά και και με την έννοια της οντότητας, τους οργανισμού, που είναι συστήματα συνειδητά συντονισμένων δραστηριοτήτων ή δυνάμεων που έχουν συγκεκριμένη δομή, διέπονται από επίσημους κανόνες και ασκούνται από δυο ή περισσότερα  πρόσωπα, τα οποία με βάση την μεταξύ τους επικοινωνία και αλληλεπίδραση, αποσκοπούν στην πραγμάτωση ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων κοινών στόχων.

Επομένως σε κάθε οργανισμό υπάρχουν:

  • Οι άνθρωποι, που είναι το αναγκαίο συστατικό για να υπάρχει οργανισμός. Τα άτομα που απαρτίζουν τον οργανισμό διαθέτουν θέληση, έχουν ανάγκες, και κίνητρα. Η ύπαρξη του οργανισμού συνεχίζει ακόμα και στην περίπτωση που όλα τα αρχικά του μέλη αντικατασταθούν. Η ύπαρξη του οργανισμού είναι ανεξάρτητος των προσώπων που τον στελεχώνουν.
  • Οι κοινοί στόχοι είναι ο λόγος για τον οποίο δημιουργούνται οι οργανισμοί. Πολλές ανάγκες και επιδιώξεις μεμονωμένων ατόμων είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν από τη δραστηριότητα ενός και μόνου ατόμου και από άποψη χρόνου και από την άποψη της εργασίας και των υλικών που έχει ο καθένας στη διάθεση του. Μια συλλογική και οργανωμένη προσπάθεια δίνει λύση σε αυτού του είδους τα προβλήματα.
  • Η οργανωτική δομή είναι ο συνεκτικός κρίκος μεταξύ των υπολοίπων δομών του οργανισμού. Καθορίζει τα κανάλια επικοινωνίας, ανταλλαγής πληροφοριών, ενημέρωσης μεταξύ των μελών. Καθορίζει τις γραμμές εξουσίας και διαμορφώνει τις δομές της, μέσα από τους κανόνες και τις αρχές λειτουργίας.

Η εκπαίδευση είναι μια συλλογική δραστηριότητα, με διαχρονικό χαρακτήρα, ξεκινάει από την αρχαιότητα και συνεχίζει μέχρι και σήμερα, διαμορφωμένη σ’ ένα συγκεκριμένο σύστημα λειτουργιών. Ο ρόλος της είναι η πνευματική και ταυτόχρονα γνωστική ανάπτυξη των μελών μιας κοινωνίας, μέσω τον οποίων έχουμε πολιτιστική, κοινωνική, επαγγελματική,  οικονομική, τεχνολογική, παραγωγική αναβάθμιση της κοινωνίας συνολικά, ο οποίος τελικά, επέβαλε και τον υποχρεωτικό της χαρακτήρα της στον σύγχρονο κόσμο. Υποστηρίζεται από συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο και κανόνες που καθορίζουν τη λειτουργία της.  Έχει υλικοτεχνική υποδομή και  προσωπικό που εργάζεται στις δομές της, με σκοπό την επίτευξη των στόχων της. Οπότε ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις να ονομάζεται οργανισμός.

Κατά συνέπεια όλες οι κοινωνικές ομάδες, διακριτές οργανώσεις, που έχουν στόχο την παροχή εκπαίδευσης και ικανοποιούν τις παραπάνω προϋποθέσεις, μπορούν να θεωρηθούν εκπαιδευτικοί οργανισμοί, που αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου εκπαιδευτικού συστήματος.

Ένας εκπαιδευτικός οργανισμός, είναι ένας διοικητικός θεσμός,. με συγκεκριμένη γραφειοκρατία, νομοθεσία και η οργάνωση του ακολουθεί πρότυπα ιεραρχίας, που στηρίζονται στην ύπαρξη κανόνων και διαμορφωμένων θέσεων και ρόλων, με συγκεκριμένα καθήκοντα. Αποτελεί όμως κι  έναν κοινωνικό θεσμό, με παρουσία στην κοινωνία και η σχέση του με τους υπόλοιπος θεσμούς, διαμορφώνεται από διάφορους παράγοντες: γεωγραφικούς, ιστορικούς, πολιτιστικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, οι οποίοι σχετίζονται με την ανάπτυξη οργανωμένων συμφερόντων και ομάδων πίεσης με αποτέλεσμα η λειτουργία του να μην ακολουθεί πάντα τα πρότυπα και τους κανόνες που ακολουθεί ο οργανισμός ως διοικητικός θεσμός. Αυτά τα δυο από μόνα τους, αποδίδουν τους εκπαιδευτικούς οργανισμούς μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τους υπόλοιπους οργανισμούς, το οποίο και επιβάλει την ξεχωριστή τους μελέτη.

Τα κύρια χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τους εκπαιδευτικούς οργανισμούς από τους άλλους , είναι:

  • Ο σκοπός, δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια, καθώς αλλάζει αν δούμε την εκπαίδευση από διαφορετικές θέσεις. Διαφορετικός είναι για τους μαθητές, διαφορετικός για τους γονείς, διαφορετικός για τους εκπαιδευτικούς, διαφορετικός για την οικονομία. Οι έννοιες παιδεία, εκπαίδευση, μόρφωση, που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή του είναι έννοιες με μεγάλο εύρος και συχνά το περιεχόμενο τους εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις.
  • Αδυναμία προσδιορισμού των εξυπηρετούμενων, των εργαζομένων και του τελικού προϊόντος. Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι εξυπηρετούμενοι, καθώς μπορεί να είναι οι μαθητές, μπορεί να είναι οι γονείς, οι χρηματοδότες (στην ιδιωτική εκπαίδευση), οι επιχειρήσεις, η κοινωνία. Όπως επίσης και οι εργαζόμενοι δεν είναι εύκολο να προσδιοριστούν, μπορεί να είναι οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές ακόμα και οι γονείς. Τέλος και το ίδιο το εκπαιδευτικό προϊόν δεν προσδιορίζεται εύκολα, μπορεί να είναι το μορφωτικό επίπεδο, το παρεχόμενο σύστημα εκπαίδευσης, οι μαθητές οι ίδιοι.
  • Η έλλειψη διοικητικής αυτονομίας και ανταγωνισμού, για τη δημόσια εκπαίδευση.
  • Η αντίφαση μεταξύ των σχέσεων εξουσίας που υπάρχουν σ’ ένα οργανισμό και την ισότιμη συμμετοχή που αποτελεί βασική αρχή του σχολείου.

Αν κατάλληλες αρχές της διοίκησης, όπως η συμμετοχική διοίκηση, το πρότυπο της ηγετικής συμπεριφοράς, η ενίσχυση των αδύναμων κρίκων του οργανισμού, ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, η βελτίωση του σχολικού κλίματος, και άλλες, προσαρμοστούν στις ιδιαιτερότητες των εκπαιδευτικών οργανισμών, τότε συμβάλουν καθοριστικά στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος εκπαίδευσης.

 

Εφαρμογές της διοίκησης των επιχειρήσεων στο χώρο της εκπαίδευσης

Στα πλαίσια των διαδικασιών για την  Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, σε αναφορά της Επιτροπής για την ποιότητα της Σχολικής εκπαίδευσης, η αξιολόγηση και αναβάθμιση της εκπαίδευσης στα κράτη μέλη, αποτελεί έργο μείζονος σημασίας.  Οι προκλήσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου συνοψίζονται στα πέντε παρακάτω:

  • Αξιολόγηση και βελτίωση πρακτικών του παρελθόντος.
  • Αποκέντρωση και εκχώρηση αυτονομίας και εξουσιών στις περιφερειακές μονάδες του εκπαιδευτικού συστήματος, αφού πρώτα διασφαλιστεί η ποιότητα και ο έλεγχος που θα αποτρέπει προβλήματα που δημιουργούσαν πρακτικές του παρελθόντος.
  • Επενδύσεις και σε ανθρώπινο δυναμικό άλλα και σε υλικοτεχνική υποδομή γίνονται στο χώρο της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα την ανάγκη δημιουργίας μετρήσιμων μεγεθών και δεικτών για την μέτρηση της ποιότητας όλου του εκπαιδευτικού συστήματος.
  • Η κοινωνική ένταξη των νέων, αλλά και άλλων μεγάλων ομάδων ομάδων πληθυσμών, όπως άνεργοι και μετανάστες, που πραγματοποιείται μέσω της εκπαίδευσης.

Θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν μας ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην επιχείρηση και το σχολείο. Οι επιχειρήσεις έχουν στόχους που πρέπει να υλοποιηθούν σε κάποιο εύλογο και προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ στην εκπαίδευση οι στόχοι είναι μακροχρόνιοι και πολυπαραγοντικοί. Η διδασκαλία είναι μια διαπροσωπική σχέση και δεν μπορεί να τυποποιηθεί και να λειτουργήσει σαν μια γραμμή παραγωγής, γιατί είναι εξατομικευμένη και προσανατολισμένη στις ανάγκες της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Τα λάθη σε μια επιχείρηση εντοπίζονται και διορθώνονται σχετικά εύκολα, στην εκπαίδευση κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό, γιατί συνήθως έχουν ισχυρό ψυχολογικό αντίκτυπο  στους μαθητές. Τέλος οι εισροές δεν μπορούν να μπορούν να περάσουν από αυστηρούς ποιοτικούς ελέγχους, έκτος από την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με αποτέλεσμα και το σύστημα εκροών να καλύπτει ελάχιστα κριτήρια.

Τρεις ευρέως διαδεδομένες μορφές οργάνωσης και διοίκησης είναι:

  • Η διοίκηση ολικής ποιότητας, η οποία δίνει έμφαση στην εξυπηρέτηση του πελάτη, την ποιότητα και τη συνέχει βελτίωση των λειτουργιών και των διαδικασιών.
  • Ο οργανισμός που μαθαίνει, ο οποίος με τον συνεχή πειραματισμό μετατρέπει τις εμπειρίες σε νέα γνώση, η οποία βελτιώνει τη δράση και τα αποτελέσματα του οργανισμού συνολικά.
  • Ο επιχειρηματικός επανασχεδιασμός. Η ριζική αλλαγή των διαδικασιών ώστε να βελτιώνεται η εξυπηρέτηση των πελατών, να βελτιώνεται η ποιότητα των προϊόντων και να μειώνεται το κόστος, όπως και η βελτίωση της εργασιακής ζωής.

 

a.    Διοίκηση ολικής ποιότητας Δ.Ο.Π.

Η έννοια της ποιότητας δεν έχει οριστεί με κάποιο συγκεκριμένο ορισμό, καθώς είναι κάτι πολύ υποκειμενικό και αυτό που για κάποιον είναι ποιοτικό δεν είναι για κάποιον άλλο. Υπάρχουν οι εξής κατηγορίες ορισμών: Αυτοί που βασίζονται στην εγγενή ποιότητα των προϊόντων ή της υπηρεσίας. Αυτοί που έχουν να κάνουν με τα προϊόντα που δεν έχουν σφάλματα και πληρούν απαρέγκλιτα συγκεκριμένες προδιαγραφές. Οι ορισμοί που προκύπτουν από την πλευρά του χρήστη, σ’ αυτές τις περιπτώσεις το τελικό προϊόν ικανοποιεί το σκοπό του και έχουν ένα σύνολο χαρακτηριστικών που προσφέρουν ικανοποιητική χρήση στον πελάτη. Τέλος οι ορισμοί που αφορούν τη σχέση απόδοσης τιμής. Γενικά θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ποιοτικό το ποιόν, που ικανοποιεί συγκεκριμένες κατασκευαστικές προϋποθέσεις, δεν έχει σφάλματα, ικανοποιεί της ανάγκες για τις οποίες αποκτήθηκε και έχει καλή σχέση απόδοσης τιμής.

Η διοίκηση ολικής ποιότητας είναι ένας σύγχρονος τρόπος διοίκησης που αποσκοπεί στην ανάπτυξη ενός οργανισμού μέσω της καλύτερης δυνατής ικανοποίησης των πελατών του. Οι βασικές έννοιες πάνω στην οποία στηρίζεται ο έλεγχος της ποιότητας είναι, η διασφάλιση της ποιότητας σε όλες τις λειτουργείς του οργανισμού, η πολιτική και οι στόχοι της ποιότητας και η σχέση πελάτη προμηθευτή.

Τα μοντέλα Δ.Ο.Π. που υπάρχουν είναι τα εξής:

  • Το μοντέλο Baldridge, που ακολουθεί τις προϋποθέσεις του αντίστοιχου αμερικάνικου βραβείου.
  • Το μοντέλο Deming που ακολουθεί τις προϋποθέσεις του αντίστοιχου Ιαπωνικού βραβείου.
  • Το μοντέλο EFQM που ακολουθεί τις προϋποθέσεις του αντίστοιχου ευρωπαϊκού βραβείου.
  • Το iso 9000/(B55750)/EN 29000 μια σειρά προτύπων από το διεθνή οργανισμό ISO.

Στη διαχείριση ολικής ποιότητας εκτός από την ποιότητα, υπάρχει η σχέση μεταξύ πελάτη και προμηθευτή. Πελάτης είναι αυτός που λαμβάνει ένα εφόδια για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και προμηθευτής είναι αυτός που του παρέχει τα εφόδια. Σε μια καθημερινή συναλλαγή οι ρόλοι μπορεί να αλλάζουν αρκετές φορές. Σ’ ένα οργανισμό υπάρχουν οι εσωτερικοί και οι εξωτερικοί, πελάτες και προμηθευτές.

Επειδή η εκπαίδευση αποτελεί ένα οργανισμό ιδιαιτέρως πολύπλοκο, όπου οι εμπλεκόμενοι, μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς, διεύθυνση, κοινωνία, αναλαμβάνουν πολλούς ρόλους, οι οποίοι ενίοτε εναλλάσσονται, κρίνεται σκόπιμο να υιοθετηθεί ένα μοντέλο εκπαίδευσης που θα δανείζεται αρχές της Δ.Ο.Π.. Το συγκεκριμένο μοντέλο διοίκησης είναι ποιο κοντά  σε μια διδασκαλία αντιμετωπίζει το μαθητή και ως πελάτη και ως συνεργάτη, μακριά από τη μετωπική μάθηση και από πρακτικές επίβλεψης και ελέγχου.

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα βασισμένο πάνω στις αρχές τη Δ.Ο.Π. θεωρεί τους μαθητές ταυτόχρονα και πελάτες και προμηθευτές και εργοδότες. Είναι εσωτερικοί πελάτες που μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία μετατρέπονται σε ενεργοί πολίτες και ανθρώπινο δυναμικό πολύτιμο για την κοινωνία και την οικονομία, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπονται σε εξωτερικοί πελάτες για την επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το εκπαιδευτικό προσωπικό μέσω τη συνεργατικής μάθησης τους αντιμετωπίζει συνεργάτες και προμηθευτές καθώς δίνουν συνεχώς πληροφορίες για την πορεία της μαθησιακής διαδικασίας. Οι γονείς μπορούν να θεωρηθούν πελάτες  αλλά και εργοδότες, ειδικά στην περίπτωση της ιδιωτικής εκπαίδευσης.  Οι εκπαιδευτικοί είναι πελάτες της διοίκησης, αφού αυτή τους παρέχει το περιβάλλον και τα εργαλεία για την απρόσκοπτη λειτουργία του έργου τους. Τελικό προϊόν όμως δεν είναι οι μαθητές, αλλά η εκπαίδευση και η παιδεία του μαθητή.

Αυτό που επιδιώκει η Δ.Ο.Π. στην εκπαίδευση είναι να πραγματοποιηθούν οι στόχοι και οι προσδοκίες των πελατών. Οι εξωτερικοί πελάτες, γονείς,   επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης, κοινωνία, να ικανοποιούνται από το το επίπεδο των μαθητών και της παιδείας που έχουν αποκομίσει και οι εσωτερικοί πελάτες, μαθητές , εκπαιδευτικοί να είναι ικανοποιημένοι από τις διδακτικές διαδικασίες του συστήματος. Χρησιμοποιεί εργαλεία και μεθόδους που εγγυώνται τη συμμόρφωση  όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων σε κριτήρια που θέτουν οι πελάτες. Η συνεχής βελτίωση του συστήματος επιτυγχάνεται με τη μέτρηση και αξιολόγηση των διαδικασιών όπως και με τη σωστή λειτουργία των διαύλων επικοινωνίας μεταξύ προμηθευτών, συστήματος, πελατών.

Η εφαρμογή της Δ.Ο.Π. στην εκπαίδευση συναντά κάποιες δυσκολίες. Είναι αρκετά δύσκολο να αντιμετωπιστούν οι μαθητές ως πελάτες. Ο πελάτης θα πρέπει να έχει κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες τις οποίες και να αναγνωρίζει. Οι μαθητές αφενός δεν έχουν πλήρη επίγνωση των αναγκών τους, αφετέρου αυτές αλλάζουν, αφού και το ίδιο το σχολείο έχει βασικό ρόλο την αλλαγή του ανθρώπου (μαθαίνω = αλλάζω), έτσι υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα για την αναγνώριση και ικανοποίηση των αναγκών του μαθητή. Έπειτα είναι δύσκολο και χρονοβόρο να πειστούν και να εφαρμόσουν έναν ιδιαιτέρα τεχνοκρατικό τρόπο διοίκησης οι άνθρωποι του εκπαιδευτικού συστήματος, μιας και έχουν συνηθίσει σε διαφορετικά μοντέλα. Όπως επίσης και η δυσκολία να αποδειχθεί άμεσα η πρόοδος στην παρεχόμενη ποιότητα εκπαίδευσης, δημιουργούν προβλήματα στην εφαρμογή της.

 

b.    Οργανισμοί που μαθαίνουν

Οι οργανισμοί, είναι συντονισμένες ομαδικές ενέργειες που έχουν κάποιον καλά ορισμένο στόχο. Μάθηση είναι η διαδικασία που μέσα από την εμπειρία παράγεται γνώση, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε αλλαγή συμπεριφοράς. Οι οργανισμοί έχουν ανάγκη τη γνώση, για δυο λόγους, το πως και το γιατί, θα είναι αποτελεσματικοί .

Τα χαρακτηριστικά που διέπουν ένα οργανισμό που μαθαίνει, συνοψίζονται στα παρακάτω:

  • Ενθαρρύνονται δημιουργικοί και νέοι τρόποι σκέψης, εδώ οι άνθρωποι μαθαίνουν να μαθαίνουν μέσα από τη συλλογική προσπάθεια.
  • Η δυναμικότητα του οργανισμού επεκτείνετε και έχει προσανατολισμό προς το μέλλον.
  • Η καινοτομία και η γνώση είναι στις άμεσες προτεραιότητες της κι έχουν σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας και το σχέσεων με τους προμηθευτές και τους πελάτες, με σκοπό τη αύξηση της αποτελεσματικότητας.
  • Μέσο του πειραματισμού και των εμπειριών αποκτάει γνώσεις, μαθαίνει διαρκώς, προσαρμόζεται στο νέο περιβάλλον και το διαμορφώνει.

Γενικά μπορούμε να συνοψίσουμε ότι “είναι οργανισμοί όπου τα μέλη τους συνεχώς  επεκτείνουν την ικανότητα τους να επιτύχουν τα αποτελέσματα που πραγματικά επιθυμούν. είναι οι οργανισμοί εκείνοι οι οποίοι υιοθετούν καινοτόμα μοντέλα σκέψης, ελευθερώνουν τη συλλογική φιλοδοξία και διδάσκουν τα μέλη να τον οργανισμό ως ένα ζωντανό όλο.

Το σχολείο ως κατεξοχήν χώρος μάθησης, που θα πρέπει συνεχώς να αλλάζει και να προσαρμόζεται στα νέα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά ενός οργανισμού που μαθαίνει και θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένας τέτοιος οργανισμός. Τα κύρια χαρακτηριστικά που αναζητούμε σ’ ένα σχολείο για να το χαρακτηρίσουμε οργανισμό μάθησης:

  • Το κλίμα συνεργασίας και οι κοινές αντιλήψεις του σχολείου που υποστηρίζουν τη συνεργασία, την ανταλλαγή ιδεών και πληροφοριών. Ο διευθυντής καλλιεργεί το ενδιαφέρων και την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών, με διάθεση να δεχθεί νέες πρακτικές και αντιλήψεις.
  • Τη δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών με ρίσκο, εφόσον η διεύθυνση του σχολείου επιτρέπει και ενθαρρύνει τον πειραματισμό. Οι εκπαιδευτικοί ανταμείβονται για τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν, η γνώμη τους λαμβάνεται υπόψιν στη λήψη αποφάσεων και εκτιμάτε η εργασία του καθενός ξεχωριστά.
  • Τις κοινές, ελεγχόμενες, αποστολές. Εκπαιδευτικοί και μαθητές ενημερώνονται για τις προτεραιότητες και και τους σκοπούς του σχολείου, όλοι συμμετέχουν στις δράσεις του σχολείου και οι αποφάσεις του διευθυντή είναι με την συγκατάθεση του προσωπικού. Ο διευθυντής έχει υψηλές απαιτήσεις από την απόδοση όλων και περιμένει από το προσωπικό να είναι αποτελεσματικό και καινοτόμο.
  • Την επαγγελματική ανάπτυξη του προσωπικού. Ο διευθυντής ενθαρρύνει το προσωπικό να πετύχει τους στόχους του, δημιουργεί ευκαιρίες για το προσωπικό ώστε να μαθαίνει ο ένας από τον άλλο και στις πρακτικές του σχολείου εισάγει τη διά βιου μάθηση.

Υπάρχουν όμως και αντικειμενικές δυσκολίες για να εφαρμοστεί αυτό το μοντέλο στην εκπαίδευση. Πρώτα απ’ όλα οι μαθητές- πελάτες του οργανισμού έχουν διαφορετικές ανάγκες και προσδοκίες, οπότε δύσκολα συντονίζονται και αφοσιώνονται σ’ ένα κοινό σκοπό, που απαιτεί η συλλογική μάθηση. Η έννοια της διδασκαλίας που είναι σχεδόν ταυτισμένη με τη μάθηση στο σχολείο, είναι αντίθετη με το μοντέλο της μάθησης των οργανισμών που μαθαίνουν. Τέλος, η ίδια η νομοθεσία δεν αφήνει πολλά περιθώρια ευελιξίας στους διευθυντές να εφαρμόσουν δράσεις που θα θέλανε.

c.            Ο επιχειρηματικός επανασχεδιασμός

Οι Hammer & Champy  όρισαν την αναδιοργάνωση ως “ Τη θεμελιώδη αναθεώρηση και τον ριζικό επανασχεδιασμό των επιχειρηματικών διαδικασιών ώστε να επιτευχθούν δραματικές βελτιώσεις σε κρίσιμα σημεία που καθορίζουν την επίδοση όπως είναι το κόστος, η ποιότητα , η εξυπηρέτηση και η ταχύτητα.”.

Οι λόγοι που οδηγούν τους οργανισμούς να σκεφτούν τον επανασχεδιασμό τους είναι οι πελάτες τους, ο ανταγωνισμός, οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι και όλες μαζί οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές.

Στην παραγωγική διαδικασία υπάρχουν τρία στάδια, τα εισερχόμενα, η επεξεργασία και το αποτέλεσμα. Στο μεσαίο στάδιο, της επεξεργασίας έρχεται να επέμβει ο επιχειρηματικός επανασχεδιασμός, ώστε να περιορίσει το χρόνο και το κόστος, αλλά και να βελτιώσει την ποιότητα του αποτελέσματος. Εξετάζονται από την αρχή όλες οι διαδικασίες και οι κάνονες του οργανισμού ένας προς έναν, με την προσοχή να δίνεται στο πως πρέπει να γίνεται κι όχι το πως γίνεται μέχρι τώρα. Στόχος δεν είναι η βελτίωση των αποτελεσμάτων, αλλά τα θεαματικά αποτελέσματα..

Η χρήση πληροφοριακών συστημάτων είναι ένα εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον επανασχεδιασμό ενός οργανισμού. Επιτρέπει την γρήγορη και  άμεση  ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του προσωπικού αλλά και μεταξύ του οργανισμού με το εξωτερικό περιβάλλον. Επιτρέπει την ταχύτερη διεκπεραίωση διαδικαστικών υποθέσεων και συναλλαγών με τους πελάτες και τους προμηθευτές. Όπως επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για τον έλεγχο της πορείας των διαδικασιών του οργανισμού, αλλά και την εκπαίδευση του προσωπικού. Για να πετύχει θα να συντρέχουν και άλλοι παράγοντες: Θα πρέπει να υπάρχει ηγεσία με όραμα και ανοιχτούς ορίζοντες. Μια εξαιρετική ομάδα ανθρώπων που θα αναλάβει τον επανασχεδιασμό προσανατολισμένο στους στόχους του οργανισμού και με μια ρεαλιστική προσέγγιση και το σχεδιασμό και την υλοποίηση του αυτοσχεδιασμού. Όπως φυσικά θα πρέπει θα πρέπει να κατανοηθεί η αναγκαιότητα της  διαδικασίας απ’ όλα τα τμήματα του οργανισμού και να υιοθέτηση η εφαρμογή της.

Μεταφέροντας τον επιχειρησιακό επανασχεδιασμό στο χώρο της εκπαίδευσης θα μπορούσαμε να πούμε ότι θα εξυπηρετούσε στους παρακάτω τομείς: Τη μείωση του κόστους. Την καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των μαθητών. Την καλύτερη κατανόηση όλων των μεταβλητών και των παραγόντων που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της και την ευελιξία της, για να ανταποκριθεί με επιτυχία στις προκλήσεις των συνεχόμενων αλλαγών του εσωτερικού, αλλά κυρίως του εξωτερικού περιβάλλοντός της.

Αποστόλου Γιώργος

Μαθηματικός

M Sc Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων

 

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές .